Ἡ πλοκὴ τοῦ μυθιστορήματος ἐκτυλίσσεται ὡς γραμμικὰ ἀναπτυσσόμενη ἀφήγηση καὶ εἶναι ἐμφανῶς ἀλληγορική. Ὁ Ἀριστόδημος Εὐμορφόπουλος, ὁ ὁποῖος στὸ τέλος συντρίβεται, θεωρεῖ ὅτι θὰ ἀνακτήσει τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δόξα τῶν ἀρχαίων προγόνων: χρησιμοποιεῖ μιὰ ὑψηλόβαθμα ἀρχαιοπρεπὴ καθαρεύουσα, ἀκόμη καὶ ὅταν μιλάει, καὶ σκάβει τὴ γῆ του, γιὰ νὰ φέρει στὸ φῶς ἀπομεινάρια τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀκριβῶς αὐτή του ἡ δραστηριότητα τιτλοφορεῖ τὸ μυθιστόρημα, χωρὶς τὸ οὐσιαστικὸ «ἀρχαιολόγος», μέσα στὴ μυθιστορηματικὴ πλοκή, νὰ σημαίνει τὸν ἐξειδικευμένο ἐπιστήμονα ποὺ συστηματικὰ καὶ μεθοδικὰ διερευνᾶ τὰ ὑλικὰ κατάλοιπα τοῦ ἀπώτερου ἢ καὶ πιὸ πρόσφατου ἀνθρώπινου παρελθόντος.
Μὲ τὴ Γενικὴ Εἰσαγωγὴ τοῦ Φιλολογικοῦ Ἐπόπτη τῆς σειρᾶς φωτίζεται τὸ πνευματικὸ κλίμα τοῦ τέλους τοῦ 19ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα.


