Οι συγγραφείς του Αντι-οιδίποδα δεν ψάχνουν για αρχέτυπα, που θα αποτελούσαν το φαντασιακό, τη δυναμική ή τη ζωολογία του Κάφκα, μιας και το αρχέτυπο λειτουργεί με αφομοίωση, ομογενοποίηση, θεματοποίηση, ενώ αυτοί βρίσκουν τον κανόνα τους μόνο όταν παρεισφρέει μια μικρή ετερογενής γραμμή, υπό μορφή ρήξης. Δεν ψάχνουν ούτε για τους λεγόμενους«ελεύθερους συνειρμούς» που η θλιβερή τους μοίρα τους φέρνει πάντα πίσω στην παιδική ανάμνηση, ή–ακόμη χειρότερα στη φαντασίωση, ούτε αναλαμβάνουν μια ερμηνεία του τύπου «αυτό σημαίνει εκείνο». Προπάντων, δεν ψάχνουν καμία δομή μετυπικές αντιθέσεις και ετοιμοπαράδοτα σημαίνοντα, διότι το ζήτημα δεν είναι να φτιάξουν δυαδικές σχέσεις.
Εκείνο στο οποίο πιστεύουν είναι οι μηχανές Κάφκα, που δεν είναι ούτε δομή ούτε φαντασίωση, αλλά ένα πείραμα Κάφκα που δεν περιέχει ερμηνεία ούτε σημασία, αλλά μόνο πρωτόκολλα εμπειρίας.
«Η γραφή στον Κάφκα, το πρωτείο της γραφής, σημαίνει ένα μόνο πράγμα: όχι τη λογοτεχνία αλλά ότι η εκφώνηση αποτελεί ένα με την επιθυμία, πάνω από τους νόμους, τα Κράτη, τα καθεστώτα. Ωστόσο, η εκφώνηση είναι πάντα ιστορική απόμόνητης, πολιτική και κοινωνική. Μια μικροπολιτική, μια πολιτική της επιθυμίας, που θέτει υπό αμφισβήτηση όλους τους θεσμούς».
G.Deleuze-F.Guattari
Κεφάλαιο 1: Περιεχόμενο και έκφραση


