«Εξαφανίστηκε. Η Τζούλια με εγκατέλειψε. Πλέον για τα καλά, νομίζω. Έφυγε σιωπηλά υπό την κάλυψη της νύχτας. Ο μόνος τρόπος να μην την ακολουθήσει κανείς. Τη σκέφτομαι να βγαίνει μέσα στη νύχτα, να καίγεται σαν κερί, να σβήνει ίσως. Δεν θα μάθω ποτέ πού. Δεν θα μάθω ποτέ πριν από πόσο καιρό. Αυτό ήταν το δωμάτιο της Τζούλιας. Άφησε φούστες κρεμασμένες στην ντουλάπα, τις πολλές φούστες που της αγόρασα, φαρδιές, πλισέ και αχιβαδωτές. Τις δοκιμάζω τη μία μετά την άλλη. Μερικές φορές πολλές φούστες μαζί. Φούστες σε διάφορα χρώματα, εμποτισμένες στο άρωμά της, στα μυστήριά της, φούστες κεντημένες με άνθη και πεταλούδες και μικρά ψάρια που πετάγονται ανάμεσα απ’ τα φύκια της θάλασσας. Οι φούστες της με ησυχάζουν, με ηρεμούν. Όποτε είμαι έτοιμος να σπάσω τα παράθυρα ή να βάλω φωτιά στο σπίτι, οι φούστες της πάνω στα πόδια μου θροΐζουν και με παρακαλούν.»